Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Από το βιβλίο του Γιώργου Βερνίκου



Από το βιβλίο του Γιώργου Α. Βερνίκου, ¨΄Οταν θέλαμε να αλλάξουμε την Ελλάδα¨", Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2003

Για τη φίλη και συναγωνίστριά μου Έπη, που κοιμήθηκε νωρίς

  Της Τιτίκας-Μαρίας Σαράτση                                           

     Φίλε Γιώργο, χαίρε!



Είχαμε δυο πράγματα: αυταπάρνηση και τη δυνατότητα να επικοινωνούμε ποικιλοτρόπως.
Θυμάσαι πως και τότε συνηθίζαμε να «επικοινωνούμε» γραπτά. Μεσούσης της δικτατορίας, εμείς γράφαμε παντού, σε τυχαία χαρτάκια στο σπίτι της οικοδέσποινας-αγγέλου μας επί της γης ( της Αγγέλας εννοώ), στα κουτιά των τσιγάρων μου Hellas special ( για κάποιο λόγο η Ακρόπολη και το σεληνιακό μαύρο στο πακέτο σηματοδοτούσαν για μένα τις νύχτες ελευθερίας που μας μέλλονταν, βούρκωνα κι έλεγα μέσα μου ως γνήσια μαρξίστρια, αν και αναθεωρήτρια,  «Προς Θεού, όχι λυρισμοί τώρα, ό,τι λυρικό έχεις κάνε το πράξη»»), στις ταβέρνες , πάνω στα χάρτινα τραπεζομάντιλα, αλλά βεβαίως ήν ο λόγος, εν αρχή και εν συνεχεία.
    Φίλε Γιώργο, έγραφες κι εσύ το βράδυ, πριν την κατάληψη.
   Κοιμηθήκαμε όλοι μαζί στης Αγγέλας, όπως θυμάσαι, σύμπασα η παρέα των αναθεωρητών και των αστών, ο Νικήτας Λιοναράκης, εσύ και η γράφουσα, να ’μαστε  κοντά το πρωί, να φτάσουμε σε χρόνο μηδέν από τη Σκουφά στη Σόλωνος και Σίνα- φοβόμαστε μη συλλάβουν κανένα μας πριν καταλάβουμε το κτίριο. Δεν θα μιλήσω για τα γεγονότα- είμαι βέβαιη πως θα τα διηγηθούν μια χαρά οι υπόλοιποι συναγωνιστές γράφοντες, ελπίζω να μη φλυαρήσουν, άλλωστε είναι λίγο-πολύ γνωστά. Φοβάμαι πως οι πολιτικοί «αναλυτές» αρχίζουν να θυμίζουν εκείνο τον κακόμοιρο κοινωνικό αναμορφωτή του Καβάφη, που ασκεί όλη του τη χειρουργική δεινότητα και στο τέλος δεν απομένει τίποτα. Αλλά εμένα με ενδιαφέρει το φως της ασετιλίνης του Τσίρκα, του πληγωμένου ερωτευμένου Γιούνες και της Αριάγνης του. Χωρίς το φως της αίσθησης δεν υπάρχει τίποτα. Ναι, σύντροφε Μιχάλη, σύμφωνοι, η έκσταση δεν γράφεται στην Ιστορία.
   Ένα μόνο θα θυμίσω και θα τονίσω: Ξέραμε πολύ καλά τι κάναμε, με «ατελή» οργάνωση, ναι, με διαφωνίες, ναι, όμως συναίσθηση των πράξεών μας είχαμε πλήρη. We seized the day boys and girls, Νικήτα, Ελίζα, Μιχάλη, Ιωάννα, Μάνο, Παναγιώτη «βία στη βία», Κλειώ, Γιώργο και Γιώργο, Νίκο, Αριάδνη, Αγγελική, Αλκμήνη, Βέρα, Στέφανε, Γιάννη και Διονύση, we seized the day! Έστε βέβαιοι.
Στον πρόλογό σου, που είχα την τιμή να διαβάσω πριν την έκδοση, μιλάς για τη «σήμανση» των στιγμών. Θα μιλήσω κι εγώ «αστέ» Γιώργο για τις στιγμές. Άλλωστε συνέπασχα πλήρως μαζί σου όταν «ουρά της αστικής τάξης» σε ανέβαζαν και «ουρά της αστικής τάξης» σε κατέβαζαν, όχι μόνο γιατί ήμουν εκ φύσεως ορθολογίστρια και συνιστούσε καθαρό παραλογισμό να σου ασκούν κριτική γιατί δεν συμπορεύτηκες με τη σχεδόν συνολικά συμβιβασμένη με τα απριλιανά νούμερα περίφημη αστική τάξη του Κολωνακίου και της πέριξ των ανακτόρων περιοχής ( το περιέχον αντί του περιεχομένου, σύντροφοι της Φιλοσοφικής χαίρετε και αγαλλιάστε) , παρά αντίθετα έπεσες μέσα στα όλα, αλλά γιατί δεχόμουν κι εγώ παρόμοια κριτική γιατί δεν ήμουν Lenin-Levis-Lacoste, από γνήσιο σεβασμό στον Βλαντιμίρ Ίλιτς και ντυνόμουνα και κυκλοφορούσα ως κανονική κοπέλα και όχι με αμπέχωνο και ξεφτισμένο τζιν σαν κακέκτυπο της Λεϊλά Χαλέντ- το τζιν μου ήταν πάντα σιδερωμένο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
   Θα μιλήσω για μια στιγμή-τριάντα χρόνια πέρασαν, τη θυμάσαι άραγε; Ήταν η τελευταία μέρα της κατάληψης. Περπατούσαμε πάνω κάτω στην ταράτσα της Νομικής και σιγοτραγουδούσες απελπισμένος το «Μας πήραν και μας πρόδωσαν για μια μπουκιά ψωμί» του Θεοδωράκη και ήσουν βέβαιος από τα βάθη της ψυχής σου πως αν καταφέρναμε να μείνουμε εκεί άλλες είκοσι τέσσερις ώρες, χωρίς νερό και φως-το φαγητό δεν το σκεφτόμαστε- η κατάληψη θα’ χε πετύχει κάπως το στόχο της. Περπατούσαμε λοιπόν πυρετωδώς πάνω-κάτω, να βρούμε τρόπο, λύση, δεν υπήρχαν φυσικά. Το φως του σούρουπου σκίαζε τα πρόσωπα των παιδιών με τη θέρμη της πρώτης γνώσης της ωριμότητας που έφερνε η μοναξιά της ταράτσας : η καρδιά της πόλης χτυπούσε εκεί, μαζί μας.
Χαίρομαι γιατί αυτό που έγραφες το βράδυ πριν την κατάληψη στης Αγγέλας το συνεχίζεις τριάντα χρόνια μετά.
Φίλε Γιώργο, υπάρχουν στιγμές που αχρηστεύουν τη φθορά, την ακυρώνουν και συνεχίζουν την πορεία τους, ακέραιες και αγέρωχες μέσα στο χρόνο.
   Επαφίεμαι στον πατριωτισμό σου ότι θα τις διαφυλάξεις.
                                            Αθήνα, 11 Ιανουαρίου 2003
                                                  Η φίλη και συναγωνίστριά σου
                                                               Τιτίκα
* Η Τιτίκα Σαράτση ήταν μέλος της επιτροπής κατάληψης της Φιλοσοφικής Σχολής στην κατάληψη της Νομικής Σχολής το Φεβρουάριο του 1973.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου