1974* ΠΑΥΛΟΣ
Τα
μαλλιά της Ελοϊζ μπλέκονταν στο αυτί του Παύλου καθώς του σιγομουρμούριζε,μ΄ένα
ψιθύρισμα λαχανιασμένο.Λες να με παρακολούθησαν; έλεγε, δεν μπορεί,
πρόσεξα αλλά αυτός ο τύπος ο Βαλούσης στο ψιλικατζίδικο που σταμάτησα για τα
τσιγάρα σου, κάπως ήταν -και ανάμεσα στις λέξεις της του σιγοτραγουδούσε το
“μικρό παιδί παλληκαράκι φαρμάκωσες ετούτο τον καιρό”. Του Παύλου οι φλέβες
πετάγονταν, πάλλονταν,τις ένοιωθε στο μάγουλό της και μικρές σταγόνες
λαμπύριζαν στον κρόταφό του,σαν δροσοσταλίδες ήταν σκέφθηκε μες στην ηδονή της
, ανασηκώθηκε η μπλούζα της και ένοιωσε την τραχειά μάλλινη κουβέρτα να την
τσιμπάει , της θύμισε τα χειροποίητα υφαντά του πατρικού της σπιτιού στη
Θεσσαλία και το σώμα της κόλλησε πάνω στο δικό του, λες και την απορρόφησε το
λεπτοκαμωμένο κορμί του και μπήκε μέσα του, ξαφνικά οι λάμψεις από την
Αλεξάνδρας λες και την τύφλωσαν και το βουητό των αυτοκινήτων την κούφανε και
μπήκε μέσα του ένα τόσο δα κοριτσάκι, τα μαλλιά της σκέπασαν το πρόσωπό του και
κείνος τα χάιδευε τόσο τρυφερά που η Ελοϊζ σκέφθηκε πως όσα χρόνια κι αν
περάσουν, όσοι εραστές, τέτοια τρυφερή άλλη στιγμή δεν θα υπάρξει, “θέλω να
βλέπω τα μάτια σου΄”της είπε ο Παύλος και άγγιξε το στήθος της με την άκρη των
δακτύλων και των δυο χεριών του και καθώς την έγδυνε τα σώματά τους τρίβονταν
πάνω στην τραχειά μάλλινη κουβέρτα και ποτέ καμμιά τραχειά μάλλινη κουβέρτα δεν
έγινε τόσο απαλή ούτε θα ξαναγινόταν ποτέ εις τον αιώνα τον άπαντα.Η ακρογιαλιά
της Μάνης ενώθηκε με τη θάλασσα του Πηλίου αλλά το τρεμούλιασμα της ψυχής της
εξακολουθούσε καθώς ο φόβος ότι ο χαφιές του ψιλικατζίδικου την είχε
αναγνωρίσει όλο και μεγάλωνε.Γιατί την γνώριζε βλέπεις από τη Φιλοσοφική και
επιτροπάτο του ΕΛΑΣ την ανέβαζε και επιτροπάτο του ΕΛΑΣ την κατέβαζε από την
κατάληψη της Νομικής και μετά,” και δε μου λες βρε Ελοϊζ γιατί μπήκες στη σχολή
για να πάρεις πτυχίο ή για να κάνεις συνδικαλισμό;” Βαλούσης το όνομά του,
μαυριδερός και κοντοστούπης με κάτι δόντια στριμωγμένα κι ένα δαχτυλίδι με
τετράγωνο ρουμπίνι στο μικρό δάχτυλο του δεξιού του χεριού.Κι όμως η κακομοίρα
η Ελοϊζ είχε μεταμφιεσθεί
επαρκώς
μ ένα ταγιεράκι της μανούλας της που είχε ανακαλύψει στη ντουλάπα και κάτι
χαμηλοτάκουνες γόβες.Τύλιξε και τα μαλλιά της σ΄ένα μαντήλι- ούτε ο Γκραβαρίτης
το πρωτοπαλλήκαρο του Καραπαναγιώτη δεν θα την αναγνώριζε.
*Μετά το Πολυτεχνείο όταν οι πρωταγωνιστές κρυβόντουσαν και
πριν τη Μεταπολίτευση

Κι
αυτόν το Μάη το αποφάσισε. «Θα βαδίσω αργά, με βασιλική αργότητα,
αδιαφορώντας για τα βλέμματα, θα προσπαθήσω να βυθιστώ στα βλέμματα
αγέρωχα, σαν θηλυκό αλογάκι που κοιτάει μπροστά αλλά βλέπει και πλάγια».
Βράδυ και τα φώτα άναψαν. Εν τη ευρεία εννοία. «Εδώ είναι το δρομάκι που ψάχνετε», της λέει ο οδηγός του ταξί.» Είναι γεμάτο ταβέρνες και καφενεία, μπορείτε να καθίσετε»…… Του
είχε μιλήσει πριν λίγο για τον Μητσάκη. Για κάποιον λόγο ο οδηγός με το
τσιγάρο αναμμένο, (της έδωσε ένα και εκείνης και κάπνιζαν αμφότεροι στη
διαδρομή αγνοώντας το νόμο και την κάπνα) ψιθύρισε: «σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί, κι οι πόθοι τους ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή….» τον
σιγοτραγούδησε κιόλας το στίχο του Σαββόπουλου, και να, μαγικά, μια
μοδιστρούλα στο πεζοδρόμιο έραβε το στρίφωμα μιας κούκλας πορσελάνινης,
πιο πλάι η μαντάμ Κάουφμανν στο πιλοποιείο της ψιθύριζε «Θα κάνουμε το φινίρισμα με σατέν, βαθύ τυρκουάζ να αναδεικνύει τα μάτια σας» – «μα δεν έχω γαλάζια μάτια» τόλμησα να απαντήσω –
«μαντάμ, σας λέω θα τονίσει τα μάτια σας», πιο πέρα το πιτσιρίκι
διαλαλούσε «εφηημεριιιιίδες», όλα τα τελευταία νέα, γεγονότα, γεγονότα,
εφημερίδες» και ο μαστρο Πέτρος κουβαλούσε τα δέματα απ΄ το
βυρσοδεψείο για τις ζώνες και τα καλούπια, και έπαιζε και το γραμμόφωνο
το «Που νάσαι αλήθεια το βράδυ αυτό» με τη Δανάη……


